Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Τροοδίτισσας είναι κτισμένη σε μια υπέροχη πευκόφυτη τοποθεσία στην περιοχή του Τροόδους, μεταξύ των χωριών Πλάτρες και Πρόδρομος. Είναι κτισμένη στο υψηλότερο υψόμετρο (1370 μέτρα) σε σχέση με όλες τις άλλες Μονές της Κύπρου, αποτελώντας μια όαση ηρεμίας και ψυχικής γαλήνης.

Δεν υπάρχει σαφής χρονολόγηση της Μονής. Σύμφωνα όμως με την παράδοση η ιστορία της ξεκινά κατά την περίοδο της εικονομαχίας, όταν ένα μοναχός από την Μικρά Ασία, ήρθε στην Κύπρο μεταφέροντας μαζί του σημαντικές εικόνες, για να τις προστατέψει από τη μανία των εικονομάχων. Μια από αυτές τις εικόνες ήταν και η εικόνα της Παναγίας, που αποδιδόταν στον ευαγγελιστή Λουκά. Ο μοναχός, ενώ έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα μοναστήρι, αποφάσισε να ασκητέψει σε σπήλαιο στην περιοχή του Τροόδους μεταφέροντας μαζί του και την εικόνα της Παναγίας. Χρόνια μετά το σπήλαιο μαζί με την εικόνα βρέθηκαν από βοσκούς , οι οποίοι οδηγήθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο από ένα μυστηριώδες φως, που έλαμπε στη διάρκεια της νύκτας. Τότε οι βοσκοί απευθύνθηκαν σε ιερείς και αποφάσισαν να κτίσουν ένα μοναστήρι στο συγκεκριμένο σημείο που ανακαλύφτηκε η σπηλιά. Παρόλα αυτά με ένα επίσης θαυματουργό τρόπο υποδείχτηκε ως σημείο κτισίματος της Μονής, ένα μέρος δυτικά του σπηλαίου, σε πιο χαμηλό σημείο και που εκεί βρισκόταν και μια πηγή. Όταν τελείωσε το κτίσιμο της Μονής, η εικόνα της Παναγίας τοποθετήθηκε στο ναό.

Επίσημη γραπτή αναφορά για τη Μονή γίνεται σε ένα κώδικα του 14ου αιώνα. Βασικές πληροφορίες δίνονται από τον περιηγητή Μπάρσκυ, ο οποίος επισκέφτηκε το μοναστήρι το 1735, όπου αναφέρει ότι τόσο το μοναστήρι όσο και η εκκλησία της Παναγίας ήταν μικρά και φτωχά και πως εδώ ζούσε μόνο ένας ιερομόναχος.

Ο ναός κάηκε το 1585 από τους Τούρκους για να κτιστεί εκ νέου, ενώ ξανακτίστηκε πάλι εκ βάθρων το 1842, έπειτα από την ολοκληρωτική του καταστροφή και πάλι από πυρκαγιά. Η εκκλησία κτίστηκε σε μορφή τρίκλιτης ξυλόστεγης και διατηρείται έτσι μέχρι και σήμερα. Από τη συγκεκριμένη περίοδο διασώθηκε και το εικονοστάσι της εκκλησίας.

Το μοναστήρι μέχρι να φτάσει στη σημερινή εποχή πέρασε από διάφορες δυσκολίες που οδήγησαν σχεδόν και στη διάλυσή του, για να επανέλθει ως Κοινόβιο και στο ρυθμό της παλαιάς ομαλής μοναστικής ζωής και δραστηριότητας, όταν ηγούμενος της Μονής υπήρξε ο Παγκράτιος.

Σήμερα η Μονή απαριθμεί πέρα των δέκα μοναχών και ηγούμενος της είναι ο Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος. Τα σημερινά κτίρια του μοναστηριού διατηρούν ουσιαστικά τα τμήματα των παλαιότερων κτιρίων με κάποιες όμως ανακατασκευές. Οι περισσότερες εικόνες της Μονής χρονολογούνται στον 19ο αιώνα με ελάχιστες να είναι παλαιότερες. Ξεχωρίζουν οι εικόνες της Παναγίας, του Ιωάννη του Θεολόγου και των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Στη Μονή υπάρχουν ακόμα δυο μικρότεροι ναοί. Δυτικά του Καθολικού βρίσκεται ο ναός της Υπαπαντής του Χριστού που κτίστηκε το 1967 και στη νότια πτέρυγα της Μονής βρίσκεται ο μικρός ναός των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, κτίσμα του 1983.

Το Μοναστήρι της Τροοδίτισσας θεωρείται ένα από τα πιο ξακουστά και αγαπημένα μοναστήρια της Κύπρου. Το ζηλευτό φυσικό περιβάλλον της περιοχής σε συνδυασμό με την ηρεμία που εκπέμπει ο λιτός τρόπος ζωής των μοναχών καταγοητεύει τους πιστούς που προσέρχονται εδώ από όλες τις χώρες του κόσμου για να προσκυνήσουν αλλά και να εξομολογηθούν.

Η Μονή εορτάζει στις 15 Αυγούστου ημέρα που γιορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου.