Παρά την επιτυχία του ο Κάσιαλος δεν έχασε ποτέ την αυθεντικότητά του και δεν ξέχασε ποτέ από πού προέρχεται.

Ναΐφ ζωγραφική είναι η ζωγραφική του φυσικού, του ενστίκτου, των ανθρώπων που δεν σπούδασαν σε σχολές Καλών Τεχνών αλλά άφησαν το ταλέντο τους να βγει ανεπιτήδευτο από μέσα τους, ακριβώς όπως τα παιδιά ή οι πρωτόγονοι λαοί. Κατά καιρούς αυτοί οι καλλιτέχνες ονομάστηκαν ζωγράφοι του ενστίκτου, πηγαίοι, αφελείς. Ζωγράφισαν τον κόσμο όπως τον έβλεπαν, με την καθαρότητα της ψυχής τους, χωρίς φόρμες και στυλιζάρισμα, χωρίς κανόνες. Γι' αυτό και τα έργα τους έχουν μια αλήθεια και μια αμεσότητα ξεχωριστή.

Ο πιο γνωστός Έλληνας ναΐφ ζωγράφος είναι ο Θεόφιλος. Όμως και η Κύπρος έχει τον δικό της ξεχωριστό εκπρόσωπο της ναΐφ ζωγραφικής. Τον Μιχαήλ Κάσσιαλο.

 

Ο Κάσιαλος γεννήθηκε το 1885 στο χωριό Άσσια. Από μικρός ασχολήθηκε με την αγιογραφία, δίνοντας έτσι ένα πρώτο δείγμα του πλούσιου ταλέντου του. Στα 13 του έμαθε την τέχνη του παπουτσή. Παράλληλα όμως συνέχισε να δημιουργεί, ασχολούμενος πλέον με την κεραμεική. Έφτιαχνε μικρά αγγεία από πηλό, πιστά αντίγραφα αρχαίων αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια πουλούσε στους τουρίστες ως αυθεντικά. Ήταν μάλιστα τόσο πειστικά που ξεγέλασαν ακόμα και τον τότε διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου ο οποίος τα έβαλε στις προθήκες του.

Το 1957, σε ηλικία περίπου 70 ετών, ο Κάσιαλος στράφηκε αποκλειστικά στη ζωγραφική. Άντλησε τα θέματά του από την καθημερινότητα, όπως ο ίδιος τη βίωνε. Ζωγράφισε τα ήθη και τα έθιμα του τόπου του, ιδιαίτερα αυτά που συνδέονται με τον κύκλο της ζωής: το στόλισμα της νύφης, τον χορό, το στρώσιμο του κρεβατιού, το γλέντι του γάμου, το μυστήριο στην Εκκλησία, τη γέννηση και ό,τι συνδέεται μαζί της. Επίσης, σημαντική θέση στη θεματογραφία του είχαν και οι αγροτικές εργασίες: γυναίκες και άνδρες να δουλεύουν στα χωράφια ή στο σπίτι, νέες γυναίκες να υφαίνουν στον αργαλειό, το όργωμα, το θέρισμα, το αλώνισμα, το πότισμα των χωραφιών, το τάισμα των ζώων. Ζωγράφιζε ακόμη παραδοσιακά επαγγέλματα, όπως αυτό του πεταλωτή.

Το 1960 παρουσίασε την πρώτη του έκθεση, η οποία τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη την Κύπρο αλλά και το εξωτερικό. Ακολούθησαν ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στο Λονδίνο και την Μπρατισλάβα, βραβεύσεις και κολακευτικά σχόλια από τον Τύπο. Παρά την επιτυχία του όμως ο Κάσιαλος δεν έχασε ποτέ την αυθεντικότητά του και δεν ξέχασε ποτέ από πού προέρχεται. Δεν αποχωρίστηκε ποτέ την βράκα και την πλατιά ζώστρα του χωριού του ούτε και το καλπάκι του, που του έδωσε τη χαρακτηριστική εικόνα με την οποία έμεινε γνωστός.

 

Ο Κάσιαλος έζησε μια γεμάτη ζωή με δυσκολίες και στενοχώριες αλλά και με ευρεία αναγνώριση και δόξα. Δυστυχώς όμως δεν είχε το τέλος που του άξιζε. Η τουρκική εισβολή του 1974 βρήκε τον Κάσιαλο στο χωριό του, στη διαδικασία της αγιογράφησης του ναού του Αγ. Σπυρίδωνα, ο οποίος χτίστηκε με δωρεά του ίδιου του Κάσιαλου υπό τον όρο να την διακοσμήσει μόνος του. Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του ζητώντας του χρήματα. Ο Κάσιαλος τους έδωσε όσα είχε όμως εκείνοι δεν ικανοποιήθηκαν. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα κι όταν ο γέροντας τους είπε ότι δεν είχε πια τίποτα να τους δώσει, τον χτύπησαν βάναυσα και του έσπασαν τα πόδια με τον υποκόπανο των όπλων τους. Ο Κάσιαλος και η οικογένειά του έμειναν εγκλωβισμένοι στο χωριό τους για μια βδομάδα. Όταν τους επέτρεψαν να φύγουν ο γέροντας είχε πια εξαντληθεί. Πληγωμένος, πονεμένος αλλά, κυρίως, πικραμένος για την τραγική μοίρα της πατρίδας του, ο Κάσιαλος άφησε την τελευταία του πνοή στις 31 Αυγούστου 1974 στο φιλανθρωπικό ίδρυμα «Άγιος Παύλος» της Λάρνακας. Η τελευταία του σκέψη ήταν για το χωριό του, τους πίνακες και την αγιογράφηση της εκκλησίας του που δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Μετά το θάνατο του, έργα του Κάσιαλου στάλθηκαν με τη φροντίδα της Μορφωτικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας στη Διεθνή έκθεση "Η Τέχνη των Ναΐφ" στο Μόναχο. Την έκθεση επισκέφθηκαν 118.577 άτομα και σ' αυτήν πουλήθηκαν 23.000 αντίτυπα καταλόγου μέσα στον οποίο υπήρχε φωτογραφία του Κκάσιαλου καθώς και των πινάκων του, μαζί με μια αναφορά στον τρόπο του θανάτου του. Η έκθεση αυτή μεταφέρθηκε ύστερα στην Ζυρίχη όπου οι επισκέπτες ξεπέρασαν τις 60.000. Τέλος έργα του στάλθηκαν σε ομαδική έκθεση - δημοπρασία έργων μεγάλων καλλιτεχνών που οργανώθηκε στο Παρίσι τον Μάρτη του 1975 και αφιερώθηκε στη μνήμη του. Οι εισπράξεις διατέθηκαν για τους πρόσφυγες της Κύπρου. Η Κυπριακή πολιτεία τίμησε τον Κάσιαλο τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, ενώ και η Ακαδημία Αθηνών σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 28/12/1974 βράβευσε μεταθανάτια τον σπουδαίο γιο της Κύπρου.