Ο ποιητής με τη σημαντικότερη συμβολή μετά το Βασίλη Μιχαηλίδη στην ανάδειξη και στη μετάπλαση της κυπριακής διαλέκτου .

Δημήτρης Λιπέρτης

Γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1866. Στη Λάρνακα διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα, αρχικά κοντά στον θείο του Χαρίτωνα που ήταν εφημέριος στον μητροπολιτικό ναό του Σωτήρος και στη συνέχεια φοιτώντας στο αλληλοδιδακτικό και στο σχολαρχείο της ίδιας πόλης. Είχε την τύχη να φοιτήσει σε σημαντικούς λόγιους και μεγάλους δασκάλους της εποχής. Το ενδιαφέρον του Λιπέρτη για εκμάθηση ξένων γλωσσών τον οδηγεί στη Βηρυτό, όπου μέχρι και το 1884 σπουδάζει ξένες γλώσσες (αγγλική, γαλλική) στο Αμερικανικό Κολλέγιο και στη Σχολή των Ιησουιτών. Κατά την περίοδο των σπουδών του μέσα σε διάστημα τριών με τεσσάρων χρόνων θα χάσει τις τρεις αδελφές του, Δανάη, Ζωή και Ελένη.

Το 1885 επιστρέφει στην Κύπρο για να εργαστεί σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις στη Λάρνακα και στην κυπριακή ύπαιθρο. Εξαιτίας των εργασιών του αυτών θα έρθει σε επαφή με τους γνήσιους ανθρώπους της κυπριακής υπαίθρου και με την κυπριακή τοπολαλιά, κάτι που θα επηρεάσει μεταγενέστερα το συγγραφικό του έργο. Μέσα σε αυτό το διάστημα θα χάσει και τους δυο γονείς του, πρώτα τον πατέρα του και μετέπειτα την μητέρα του. Στα είκοσι του λοιπόν χρόνια μένει μόνος. Τα τραγικά αυτά γεγονότα θα επηρεάσουν έντονα τον ψυχισμό του νεαρού Λιπέρτη.

Δημήτρης Λιπέρτης

Το 1900 -1901 εγκαταλείπει και πάλι το νησί, για να παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας και λογοτεχνίας στην Αίγυπτο και στην Ιταλία αντίστοιχα, ενώ παρακολουθεί και μαθήματα θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1910 άρχισε νέα σταδιοδρομία ως εκπαιδευτικός. Εργάζεται ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, ως καθηγητής στη Σχολή Λεμύθου και τέλος στην Αγγλική Σχολή της Λευκωσίας. Κατά το διάστημα αυτό εξακολούθησε να επισκέπτεται την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της. Πολύ τακτικά του άρεσε να επισκέπτεται τη Βάσα Κοιλανίου, που θα αποτελέσει και ένας είδος λογοτεχνικού τόπου αναφοράς.

Την εμφάνιση του στο χώρο της ποίησης ο Λιπέρτης την κάνει το 1891, με την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τίτλο «Χαλαρωμένη Λύρα», την οποία και αφιερώνει στο δάσκαλο του Ιερώνυμο Βαρλαάμ. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα στη δημοτική και στην καθαρεύουσα της εποχής. Στην ίδια γλώσσα ήταν και η επόμενη του ποιητική συλλογή, με τίτλο οι «Στόνοι» που εκδόθηκε το 1899. Στις δυο αυτές ποιητικές του συλλογές είναι εμφανείς οι επιδράσεις του ελληνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Κυρίως στην πρώτη ποιητική του συλλογή δεσπόζει η απαισιοδοξία, η ερωτική απογοήτευση και η θρηνητική διάθεση. Ασφαλώς αυτά τα αρνητικά συναισθήματά του συνδέονται και με τα προσωπικά του βιώματα, με την απώλεια των αγαπημένων του προσώπων.

Δημήτρης Λιπέρτης

Ο Δημήτρης Λιπέρτης όρθιος δεύτερος απο αριστερά στους αρραβώνες του Μενέλαου Μιχαηλίδη το 1905

Η γνωριμία του Λιπέρτη με το ποιητικό έργο του Βασίλη Μιχαηλίδη, αλλά και άλλων λογίων που ασχολήθηκαν με το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα θα τον οδηγήσει το 1918 στην έκδοση του πρώτου τόμου της τετράτομης ποιητικής συλλογής του «Τζυπριώτικα τραούδκια». Στους τέσσερις αυτούς τόμους των ποιημάτων του, γραμμένους στην κυπριακή διάλεκτο, αποτυπώνονται με ένα λυρικό τόνο η εικόνα της κυπριακής κοινωνίας των χρόνων 1918- 1936 , η καθημερινή ζωή, τα όνειρα, οι ελπίδες, τα βάσανα, η λαϊκή σοφία του απλού ανθρώπου της Κύπρου. Και όλα αυτά δίνονται μέσα από τη σκοπιά και το μάτι ενός φιλήσυχου αστού. Ο ποιητής με ρεαλιστική και διδακτική διάθεση αναφέρεται σε άγραφους κανόνες και σε πατριαρχικές αντιλήψεις της κλειστής παραδοσιακής κοινωνίας του Μεσοπολέμου. Παράλληλα στο έργο του με ένα πατριωτικό τόνο αποτυπώνονται οι εθνικοί πόθοι του λαού.

«(…)Καρτερούμεν μέραν νύχταν να φυσήσ’ ένας αέρας

'στουν τον τόπον πόν' καμένος τ υ ζυ ι εν θωρεί ποττέ δρο υ συ ιάν,

γυ ια να φέξει καρτερούμεν το φως τ υ ζείνης της ημέρας

ποννά φέρει στον καθέναν τ υ ζαι χαράν τ υ ζαι ποσπα υ συ ιάν. (…)»

Τα ποιήματα του χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τα πατριωτικά, τα ερωτικά και τα γνωμικά – διδακτικά. Από τα πιο αξιόλογα όμως έργα του είναι τα μελαγχολικά-ερωτικά ποιήματα του όπως «Η κουφή της ελιάς», «Το αερούδιν» , καθώς και το «Βούττημα ήλιου», όπου αναφέρεται στην ακατάδεχτη αγαπημένη του:

«(…)Αγάπουν σε έξω ψυ υ σής τ υ ζι εννά σε καταχνώσουν*,

αν είσαι κόρη σπλαχνιτ υ ζή μεν περαρκήσεις,

έρκου τ υ ζει, πριχού να με λουκκώσουν. (…)»

Δημήτρης Λιπέρτης

Η προτομή του Δημήτρη Λιπέρτη μπροστά απο το Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και η προτομή του Βασίλη Μιχαηλίδη.

Ο Λιπέρτης με το έργο του επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή ποίηση της Κύπρου και πολλούς μεταγενέστερους ποιητές. Αποτέλεσε δάσκαλος της κυπριακής διαλέκτου, την οποία παρέδωσε ατόφια αποβάλλοντας από αυτήν τα οποιαδήποτε ξένα στοιχεία, όπως ήταν οι τούρκικες λέξεις. Για κάποιους όμως μελετητές η γλώσσα αυτή θεωρήθηκε αρκετά επιδειχτική και «φτιαχτή» που ξεφεύγει από την πραγματική κυπριακή διάλεκτο της εποχής του.

Πολλά από τα ποιήματα του Λιπέρτη μελοποιήθηκαν από διάφορους συνθέτες. Τιμήθηκε το 1931 με τον τίτλο «Officier d ‘ Academie» από τη γαλλική Ακαδημία. Ο Δημήτρης Λιπέρτης πέθανε το 1937 στη Λευκωσία. Το 1961 εκδόθηκαν σε ένα τόμο τα «Άπαντα» του Λιπέρτη.

Δημήτρης Λιπέρτης