Λουίτζι ντι Τσεσνόλα, ο στρατιωτικός που έγινε αρχαιολόγος και, χάρι στις αρχαιότητες της Κύπρου, ο πρώτος Διευθυντής του Μητροπολιτικού Μουσείου της Ν. Υόρκης.

Ο Λουίτζι Πάλμα ντι Τσεσνόλα (29 Ιουλίου 1832 – 20 Νοεμβρίου 1904) ήταν ένας Ιταλοαμερικανός στρατιωτικός, διπλωμάτης και ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στο Ριβαρόλο Καναβέσε, κοντά στο Τορίνο, στο ιταλικό βασίλειο της Σαρδηνίας. Σε ηλικία 15 ετών κατετάγη στο στρατό της Σαρδηνίας και πολέμησε στον Πρώτο Ιταλικό Πόλεμο Ανεξαρτησίας. Έλαβε μέρος στη μάχη της Νοβάρα (23 Μαρτίου 1849), παρασημοφορήθηκε και πήρε το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Αποφοίτησε από την Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία του Κεράσκο το 1851 όμως αποτάχθηκε από το στρατό για άγνωστους λόγους το 1854. Αργότερα έλαβε μέρος στον πόλεμο της Κριμαίας με τις Βρετανικές δυνάμεις.

Το 1958 πήγε στη Ν. Υόρκη όπου παντρεύτηκε την Μέρι Ίζαμπελ Ράιντ, κόρη ήρωα πολέμου. Ίδρυσε μια ιδιωτική στρατιωτική Σχολή για αξιωματικούς, στην οποία μέσα σε έξι μήνες εκπαιδεύτηκαν πάνω από 7.000 σπουδαστές. Από το 1862 έλαβε μέρος στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο με το βαθμό του Συνταγματάρχη του 4ου Συντάγματος Ιππικού της Ν. Υόρκης. Κατά την έναρξη της μάχης της Άλντι (Ιούνιος 1863) συνελήφθη από τον διοικητή του επειδή διαμαρτυρήθηκε για την προαγωγή σε ταξίαρχο ενός λιγότερο έμπειρου αξιωματικού. Όμως σύντομα ελευθερώθηκε γιατί ήταν απαραίτητος στη μάχη. Με τη βοήθειά του η έκβαση της ήταν νικηφόρα, όμως ο Τσεσνόλα τραυματίστηκε. Για τη συνεισφορά του στη μάχη αυτή τιμήθηκε με το Μετάλλιο Τιμής. Ωστόσο, δεν κατάφερε ποτέ να προαχθεί σε Ταξίαρχο γιατί η Γερουσία των ΗΠΑ δεν ενέκρινε το διορισμό του.

 

Μετά τον πόλεμο διορίστηκε σύμβουλος των ΗΠΑ στη Λάρνακα της Κύπρου (1865–1877), σε μια εποχή που το νησί βρισκόταν υπό Οθωμανική κυριαρχία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί διενήργησε διάφορες ανασκαφές σε πολλές περιοχές της Κύπρου, κυρίως όμως στις περιοχές του αρχαίου Κουρίου και των Γόλγων. Οι ανασκαφές του έφεραν στο φως πολυάριθμες και ιδιαιτέρως σημαντικές αρχαιότητες. Τα περισσότερα από τα αντικείμενα αυτά αγοράστηκαν από το καινούριο τότε Μητροπολιτικό Μουσείο της Ν. Υόρκης, δίνοντας έτσι στον Τσεσνόλα τη θέση του πρώτου διευθυντή του το 1879. Το σημαντικότερο από τα αντικείμενα αυτά είναι η σαρκοφάγος της Αμαθούς, ένα έργο του 5ου αι. π.Χ.

Η σαρκοφάγος της Αμαθούντας

Η σαρκοφάγος της Αμαθούντας

Μεταξύ άλλων ο Τσεσνόλα προχώρησε και σε κάποιες αποκαταστάσεις αρχαίων αντικειμένων, οι οποίες αμφισβητήθηκαν έντονα από τους επιστήμονες. Ειδική επιτροπή που δημιουργήθηκε για να διερευνήσει το θέμα τον απάλλαξε από όλες τις κατηγορίες και ο Τσεσνόλα διατήρησε τη θέση του διευθυντή του Μουσείου μέχρι και τον θάνατό του το 1904. Στην Κύπρο ωστόσο οι πράξεις του εξακολουθούν να θεωρούνται ισότιμες λεηλασίας και ο ίδιος μιμητής του Λόρδου Έλγιν.

 

Αρχαιότητες απο τους Γόλγους και την Σαλαμίνα

Αρχαιότητες απο τους Γόλγους και την Σαλαμίνα

Στο συγγραφικό του έργο ανήκει το «Κύπρος, οι αρχαίες πόλεις, οι τάφοι, οι ναοί» (1877), ένας ταξιδιωτικός οδηγός που απευθύνεται στους αρχαιολάτρες. Έγραψε επίσης και το λεύκωμα «Περιγραφικός Άτλας της Κυπριακής Συλλογής Τσεσνόλα» (3 τόμοι, 1884-1886). Τιμήθηκε από τα Πανεπιστήμια της Κολούμπια και του Πρίνστον και έλαβε τον τίτλο του Ιππότη από τον Βασιλιά της Ιταλίας.

Ο Τσεσνόλα πέθανε στη Ν. Υόρκη, στις 20 Νοεμβρίου του 1904. Την κηδεία του παρακολούθησαν πάνω από 2000 άτομα, αξιωματούχοι και απλός λαός.

 

Αρχαιότητες απο Κίτιο , Γόλγους και Πύλα

Αρχαιότητες απο Κίτιο , Γόλγους και Πύλα

 Αρχαιότητες απο Κούριο και Ιδάλιο

 Αρχαιότητες απο Κούριο και Ιδάλιο

 Αρχαιότητες από Κούριο, Ταμασό, Κυθρέα και Λεύκολα

 Αρχαιότητες από Κούριο, Ταμασό, Κυθρέα και Λεύκολα